• WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
weasel out vi phrasal (get out of [sth])ξεφεύγω ρ αμ
  γλυτώνω ρ αμ
weasel out of [sth] vi phrasal + prep (get out of [sth])ξεφεύγω από κτ ρ αμ + πρόθ
  γλυτώνω ρ μ
weasel out of doing [sth] v expr (get out of doing [sth])ξεφεύγω από το να κάνω κτ έκφρ
  γλυτώνω από το να κάνω κτ έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
weasel out of [sth],
weasel out of doing [sth]
v expr
figurative, informal (evade responsibility) (ανεπίσημο, μεταφορικά)ξεγλιστρώ από κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό, μεταφορικά)την κάνω με ελαφρά πηδηματάκια, την κάνω με ελαφρά έκφρ
  (πιο επίσημο)αποφεύγω, γλιτώνω ρ μ
 The boss had promised Ian a raise, but then he tried to weasel out of it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση weasel out στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «weasel out».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!